Home

Η Παρηγοριά των χρωμάτων

Η ζωή μας έχει πολλούς θορύβους και επιθυμίες. Έρχονται όμως στιγμές που όσα μας στηρίζουν αποσύρονται μακριά και από παντού εισβάλλουν με τρόπο αθόρυβο τα ύδατα της μοναξιάς και της απόγνωσης.
Συνήθως μέσα στους απέραντους κάμπους των σπιτιών και των δωματίων συντελείται αυτή η άηχη καταστροφή. Όλα σταματούν και τίποτα δεν ακούγεται. Οι φίλοι και γνωστοί έχουν φύγει. Τα παιγνίδια των σωμάτων έχουν παύσει. Οι άνθρωποι σαν κυνηγημένοι τρέχουν αλλού να γυρέψουν συμπαράσταση και εμείς μένουμε μονάχοι και αβοήθητοι περίπου σαν νεκροί να κοιτούμε με μάτια ξεθυμασμένα το αόρατο μέλλον μας.

Τότε ζητούμε βοήθεια και χαρά από τα χρώματα των πραγμάτων που με πολύ προσοχή όλον αυτόν τον καιρό έχουμε συλλέξει γύρω μας. Έξω όλα είναι γκρίζα, μέσα στα δωμάτιά μας όμως, έχουμε φροντίσει να στήσουμε ψεύτικο πανηγύρι γεμάτο έντονα χρώματα για τις δύσκολες ώρες. Η πορτοκαλιά κουβέρτα που σκεπάζει τα μισόγυμνα σώματά μας, δίνει υποσχέσεις ζωής.

Τα τυρκουάζ πλακάκια του μπάνιου, η ψεύτικη πολυτέλεια κάποιων επίπλων, μια μωβ ρόμπα με βαθύχροα άνθη, το ορφανό μας ψυγείο πάνω στα ξύλα του γυμνού πατώματος, η στιλπνή ψωμιέρα μας, όλα αυτά με τις αταίριαστες φωνές τους, μας ξυπνούν, μας κρατούν ακόμα ζωντανούς, δεν μας αφήνουνε να πιάσουμε πάτο. Έτσι κι αλλιώς η ζωή μας, μοιάζει με σπασμένο καθρέπτη ριγμένο στο δάπεδο.

 Η κραυγαλέα πολυχρωμία όμως των αγαπημένων μας αντικειμένων, εκπέμπει συμπάθεια, εκπέμπει στοργή και δεν αφήνει το αίμα να παγώσει στις φλέβες μας από τον τρόμο του κενού. Σε ένα σπασμένο κομμάτι του καθρέφτη αναπαύεται το στήθος μας, σε άλλο το δεξί μας γόνατο, σε κάποιο τρίτο το πέτρινο πρόσωπό μας και ένα τμήμα του λαιμού μας.

 Ακόμα έχουν εντυπώσεις και αναμνήσεις πάνω τους τα κομμάτια του σπασμένου καθρέφτη μας. Σε κάποια από αυτά προβάλλουν αγέρωχα τα κτίρια μιας μεγαλούπολης, σε κάποια άλλα ξεδιπλώνεται νωχελικά ένα κίτρινο μονοπάτι, ανάμεσα σε γκρίζους και γαλάζιους βράχους, σε μερικά υπόλοιπα εκτείνονται χωράφια ερημικά με ξυνόχορτο πλάι στους τραχείς τοίχους των εργοστασίων που μόλις φαίνονται. Η εικόνα της ευτυχίας και των ονείρων μας έχει θρυματισθεί από το βάρος της μοναξιάς και της απόγνωσης. 

Η ζωγράφος όμως δεν το βάζει κάτω ακόμα και την ύστατη αυτή στιγμή, πιάνει και συγκολλά με χοντρή, άγρια μπογιά τα απομεινάρια της μάχης. Επιδιώκει την συνέχεια της ζωής. Ο πόθος της ζωής της δεν επιτρέπει ένα τέτοιο πρόωρο τέλος.

Συγκολλά τα κομμάτια του σπασμένου καθρέφτη μας και τα κάνει πίνακες, εικόνες που μοιάζουν μ’ αυτές της βυζαντινής τέχνης. Πολλές φορές οι ραφές της μοιάζουν να κλείνουν την ζωγραφική της ζωής μας πίσω από χοντρά, σταυρωτά κάγκελα, την φυλακίζουν και την διασώζουν. Έτσι συμβαίνει και στην καθημερινή ζωή μας, τα πράγματα που μας φυλακίζουν, συνήθως μας σώζουν και αυτό είναι καλύτερο από την σιωπή και την ακινησία του θανάτου.

Κλείνοντας, θέλω να πω ότι κοιτώντας προσεκτικά τους πίνακες της Μαρίας Ηλία έρχονται στο νου οι στίχοι του Τ.Σ. Έλιοτ από την “Έρημη χώρα”.

“Την ώρα που ξυπνάς τρυφερός χείλη που θα φιλούσαν, λεν’ προσευχές στην σπασμένη πέτρα”.

Γ. Ν. Μανιώτης